Κείμενο
ΕΕΣΔ
*Σπυρίδων Τσάλλας
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλη μια ακόμη «συζήτηση» για προσωρινές διορθώσεις.
Χρειάζεται να δούμε με ειλικρίνεια την αλήθεια που αρνείται να αντιμετωπίσει μεγάλο μέρος του πολιτικού προσωπικού: η Δημοκρατική Παράταξη, με όλες τις συνιστώσες της, έχει σήμερα μια δομική αδυναμία να παράξει ένα εθνικά βιώσιμο αποτέλεσμα εκπροσώπησης του ελληνικού λαού.
Αυτό δεν είναι απλώς δημόσιο έλλειμμα ικανότητας.
Είναι ιστορικό ρήγμα που προκαλείται από την ιδεολογική, οργανωτική και ηγεμονική μετατόπιση των κομμάτων αυτών προς πολιτικές που τελικά εξυπηρετούν άλλες στοχεύσεις.
Η αποσύνθεση των παραδοσιακών κομματικών σχηματισμών — ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, το μετακινούμενο προφίλ του ΣΥΡΙΖΑ και οι λοιπές κεντροαριστερές εκδοχές — δεν είναι μόνο αποτέλεσμα λαϊκής δυσαρέσκειας ή σκανδάλων.
Ο πυρήνας του προβλήματος είναι ότι το πολιτικό προσωπικό υπέκυψε στο δόγμα της προσαρμογής σε υπερεθνικά οικονομικά πλαίσια ως πρώτη και μόνη προτεραιότητα.
Το καλοκαίρι του 2015, με την ιστορική ψήφιση των μέτρων που ακολούθησαν το δημοψήφισμα, έγινε φανερό ότι οι 222 βουλευτές που στήριξαν το «ΝΑΙ» — και, κατ’ επέκταση, τα κόμματα στα οποία ανήκαν — λειτουργούσαν ως η εκλογική ισχύς μιας μειοψηφίας του εκλογικού σώματος.
Όταν μια τέτοια μειοψηφία συγκεντρώνει αρκετή κοινοβουλευτική ισχύ ώστε να επιβάλλει κρίσιμες αποφάσεις ενάντια στην εκφρασμένη βούληση της κοινωνίας, τότε μιλάμε όχι απλώς για κρίση εκπροσώπησης, αλλά για αναντιστοιχία λαού και εκπροσώπων που εκτρέφει την αμφισβήτηση της ίδιας της δημοκρατικής νομιμοποίησης.
Είναι εξαιρετικά σημαντικό να γίνει σαφές: οι 222 βουλευτές — και τα κόμματα που εκείνη την περίοδο κινητοποίησαν την κοινοβουλευτική αυτή πλειοψηφία — αντιπροσώπευσαν πολιτικά μια ισχύ που δεν αντιστοιχούσε στην πλειοψηφία της κοινωνίας.
Ακόμη και όταν συσπειρώνονται κατά της συνταγματικά προβλεπόμενης λαϊκής κυριαρχίας, δεν έχουν πλέον το ηθικό ή το δημοκρατικό δικαίωμα να ισχυρίζονται ότι εκπροσωπούν στοιχειωδώς τον ελληνικό λαό.
Αυτή η αναντιστοιχία δεν είναι τεχνικό ζήτημα.
Εξυπηρετεί σαφείς πολιτικές σκοπιμότητες: όσους επιδιώκουν να καταστήσουν το Σύνταγμα ανενεργό, ώστε οι αποφάσεις ζωτικού χαρακτήρα να λαμβάνονται σε υπερεθνικά κέντρα εξουσίας και όχι υπό τον έλεγχο της εθνικής δημοκρατικής διαδικασίας.
Το πρόβλημα έχει τρεις αλληλοσυνδεόμενους πυλώνες.
Πρώτον, η ιδεολογική ταύτιση.
Ένας σημαντικός πυρήνας της ηγεσίας επέλεξε την ευρωπαϊκή γραμμή ως τιμητή και όχι ως εργαλείο.
Η υπερεθνική οικονομική υπαγωγή έγινε αυτοσκοπός, και έτσι η εθνική αναπαραγωγή — δηλαδή η ικανότητα της χώρας να διατηρεί και να αναπτύσσει τους θεσμούς, την παραγωγή και τον κοινωνικό ιστό — κατέστη δευτερεύον ζήτημα.
Δεύτερον, η οργανωτική αποσάρθρωση.
Τα κόμματα επένδυσαν σε βραχυπρόθεσμες στρατηγικές και επικοινωνιακή διαχείριση, και όχι σε μακροχρόνια κοινωνική αλληλεγγύη, ανανέωση στελεχών και παραγωγικό σχεδιασμό.
Τρίτον, η λογική του «μικρότερου κακού».
Σε κρίσιμες στιγμές επιλέχθηκε η λύση που υποσχόταν να «σώσει την κατάσταση» βραχυπρόθεσμα, αλλά στην πράξη παρήγαγε παρατεταμένη αναπροσαρμογή χωρίς εθνική ανασύνθεση.
Το αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο: η ενίσχυση μιας ακραίας έκδοσης του νεοφιλελευθερισμού που, όταν μένει χωρίς αντιστάσεις, οδηγεί μεθοδικά στην εξαθλίωση τμημάτων του πληθυσμού, στη διάβρωση του κοινωνικού κράτους, στην απομείωση των δημογραφικών δυνατοτήτων και στην αποσύνθεση των κοινωνικών δεσμών.
Αυτή η πορεία δεν είναι ατύχημα.
Είναι συνέπεια πολιτικών επιλογών οι οποίες, υπό το πρόσχημα της «ευρωπαϊκής συνοχής» ή της «αναγκαίας προσαρμογής», διευκολύνουν τη μεταφορά κρίσιμων αποφάσεων έξω από το δημοκρατικό πεδίο.
Σε αυτό το πλαίσιο προκύπτει και η χειρότερη προοπτική: η στοχευμένη αποδυνάμωση του Συντάγματος, ώστε η Ελληνική Δημοκρατία να απορροφηθεί λειτουργικά σε μια υπερεθνική οντότητα — την «ΕΕΣΔ», Ευρωπαϊκή Ένωση Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών — όπου το Βερολίνο θα αναλάβει ρόλο ανάλογο με εκείνον που ιστορικά είχε η Μόσχα στην ΕΣΣΔ.
Σε ένα τέτοιο σχήμα, η Ελλάδα θα μεταβληθεί σε πεδίο οικονομικού και κοινωνικού πλιάτσικου, συγκυρία που προσομοιάζει τρομακτικά με το Holodomor: τον Μεγάλο Λοιμό της Ουκρανίας επί Στάλιν.
Όπως κάθε ιστορική αναλογία, η παραπάνω είναι αποκαλυπτική κυρίως ως προειδοποίηση: όταν η εθνική κυριαρχία υποχωρεί συστηματικά, οι κοινωνικές συνέπειες μπορεί να είναι καταστροφικές — όχι μόνο οικονομικά αλλά και σε επίπεδο δημογραφίας, οικογενειακού ιστού και πολιτιστικής συνέχειας.
Η μόνη ρεαλιστική διέξοδος δεν βρίσκεται σε μια νοσταλγία παλαιών σχημάτων.
Βρίσκεται στην οικοδόμηση της Πολιτειακής Παράταξης, που τοποθετεί στο επίκεντρο την εθνική αναπαραγωγή, τη δημογραφία, την παραγωγική επανεκκίνηση και τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής.
Αυτό σημαίνει στρατηγικό παραγωγικό σχεδιασμό, προστασία μισθών και οικογενειών, φορολογική πολιτική που ενισχύει την αναπαραγωγή της κοινωνίας και θεσμικές μεταρρυθμίσεις που επαναφέρουν τη λογοδοσία και τη δημοκρατική συμμετοχή στον πυρήνα των αποφάσεων.
Αν δεν εφαρμοστεί τέτοια πολιτική αρχιτεκτονική, η δημοκρατική ανεπάρκεια της σημερινής αντιδημοκρατικής Παράταξης δεν θα είναι απλώς μια κατάσταση που θα καταγραφεί στα ιστορικά βιβλία.
Θα γίνει αιτία μιας πορείας απώλειας που θα καταστήσει ανέφικτη την αναστροφή της.
Το ερώτημα που μένει είναι απλό και βαρύ:
Θα συνεχίσουμε να βλέπουμε τους εκπροσώπους μας να ενεργούν ως υπερασπιστές ξένων ισορροπιών αντί ως εκπρόσωποι της λαϊκής κυριαρχίας;
Ή θα απαιτήσουμε την αποκατάσταση της έννοιας του εθνικού συμφέροντος μέσα από νέες πολιτικές μορφές;
Η απάντηση θα κρίνει το μέλλον καθενός από εμάς και συνολικά της χώρας.
ΑΝΑΠΝΟΗ – Πολιτειακή Παράταξη
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εστία»

