Κείμενο
Η Ενέργεια της Εξάρτησης
*Σπυρίδων Τσάλλας
Η Ελλάδα πληρώνει ακριβά τη Μεταπολίτευση των εξαρτήσεων.
Από το 1983, όταν η Ελλάδα επικύρωσε τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, κανένα κόμμα της Μεταπολίτευσης δεν τόλμησε να ανακηρύξει μονομερώς, όπως προβλέπεται, την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη της.
Τέσσερις ολόκληρες δεκαετίες απώλειας εθνικού πλούτου.
Τα ελληνικά κοιτάσματα υδρογονανθράκων παραμένουν ανεκμετάλλευτα, ενώ η χώρα έχει οικοδομήσει την ενεργειακή της πολιτική πάνω στις εισαγωγές ενέργειας.
Η νέα συμφωνία για το αμερικανικό LNG παρουσιάζεται ως «στρατηγική επιτυχία».
Μα πρόκειται για μια συμφωνία που θα υπογραφόταν ούτως ή άλλως. Ακόμη και μια υπηρεσιακή κυβέρνηση θα την υλοποιούσε, καθώς εξυπηρετεί τη στρατηγική των ΗΠΑ για την ενεργειακή απεξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία.
Η καθυστέρηση υπογραφής της, άλλωστε, συνδέεται με την ασυμβατότητα της νέας αμερικανικής διοίκησης με την ελληνική κυβέρνηση, η οποία είναι δεμένη στο άρμα της διεθνιστικής σέχτας που πολεμά λυσσαλέα τη νέα αμερικανική διοίκηση.
Το τίμημα της εξάρτησης είναι πολύ υψηλό.
Για τον Έλληνα πολίτη, η συμφωνία αυτή δεν έχει καμία πρακτική αξία.
Το φυσικό αέριο που θα φθάνει στη χώρα θα είναι ακριβό, όπως πάντα. Οι τιμές δεν θα μειωθούν, διότι δεν υπάρχει ούτε ρήτρα ούτε διασφάλιση για προνομιακή τιμολόγηση.
Το μοναδικό όφελος θα το αποκομίσουν λίγες μεγάλες εταιρείες που θα διαχειριστούν τις υποδομές και τη μεταφορά.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος υπήρξε, εδώ και δεκαετίες, η θηλιά της ελληνικής βιομηχανίας.
Η χώρα, χωρίς δική της παραγωγή ενέργειας, χωρίς εκμετάλλευση κοιτασμάτων και χωρίς σταθερό πλαίσιο τιμών, έχασε κάθε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Εργοστάσια έκλεισαν, θέσεις εργασίας χάθηκαν, παραγωγικές μονάδες μεταφέρθηκαν σε χώρες με φθηνότερη ενέργεια.
Η Ελλάδα μετατράπηκε σε οικονομία υπηρεσιών, εξαρτημένη από τον τουρισμό και τη συγκυρία, με μια μεσαία τάξη που επιβιώνει με επιδόματα και δανεισμό.
Την ίδια στιγμή, η Γερμανία — που είχε ήδη εξασφαλίσει σταθερή και φθηνή ενέργεια μέσω του ρωσικού φυσικού αερίου — αναπτύχθηκε εκθετικά.
Η ενεργειακή της ασφάλεια έγινε το θεμέλιο της βιομηχανικής της κυριαρχίας.
Με φθηνή ενέργεια, χρηματοδότησε εξαγωγές, κυριάρχησε στην ευρωπαϊκή αγορά και, εν τέλει, επέβαλε τη δική της δημοσιονομική πολιτική στην Ευρωζώνη.
Όταν η Ελλάδα προσπάθησε να αποκτήσει και αυτή ενεργειακή ασφάλεια σε τιμές ίδιες με αυτές της Γερμανίας, η γερμανική αντίδραση υπήρξε αμείλικτη.
Η χώρα που επωφελήθηκε από την ενεργειακή εξάρτηση των άλλων επέβαλε στην Ελλάδα το κόστος της δικής της δημοσιονομικής καθαρότητας.
Τα μνημόνια δεν ήταν μόνο οικονομικά εργαλεία.
Ήταν και ενεργειακές δεσμεύσεις, που διασφάλισαν ότι η Ελλάδα σε κρίση θα παραμείνει αγοραστής και όχι παραγωγός ενέργειας.
Σήμερα, το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται.
Μια κυβέρνηση που βλέπει τη φθορά της να γιγαντώνεται, σπεύδει να παρουσιάσει οποιαδήποτε γεωπολιτικά δεδομένη διεθνή συμφωνία ως δική της «επιτυχία».
Στην πραγματικότητα, παραδίδει ενεργειακή κυριαρχία χωρίς αντάλλαγμα.
Δεν εξασφάλισε μειωμένες τιμές για τη χώρα, δεν έθεσε όρους φορολόγησης των επωφελούμενων ελληνικών εταιρειών, δεν κατοχύρωσε την αξιοποίηση των υδρογονανθράκων της ελληνικής ΑΟΖ.
Ακόμα και η στοιχειώδης εγγύηση ότι οι ΗΠΑ — ιδίως μια μελλοντική Δημοκρατική κυβέρνηση — δεν θα επανεξετάσουν «με βάση το γενικό διεθνές δίκαιο», ήτοι από μηδενική βάση, τα όρια της ελληνικής ΑΟΖ, δεν τέθηκε ποτέ.
Η κυβέρνηση λειτουργεί με μοναδικό γνώμονα τη δική της πολιτική επιβίωση, όχι το εθνικό συμφέρον.
Ανταλλάσσει την ενεργειακή ανεξαρτησία της χώρας με πρόσκαιρες εντυπώσεις, όπως αντάλλαξε την αξιοπρέπεια της εξωτερικής πολιτικής με επιδείξεις «εταιρικής αξιοπιστίας», όταν οι Γερμανοί επιτρέπουν την πώληση Eurofighter στην Τουρκία.
Δίνει τα πάντα — στην Ουκρανία, στις αγορές — χωρίς να ζητά τίποτα.
Και, το χειρότερο, το κάνει προσπαθώντας να επιβάλλει την άρρωστη πεποίθηση ότι η υποτέλεια είναι ρεαλισμός.
Η Ελλάδα θα έπρεπε, εδώ και σαράντα χρόνια, να είχε χαράξει τη δική της ενεργειακή στρατηγική.
Θα έπρεπε να είχε ασκήσει το ανεκπλήρωτο δικαίωμά της, να είχε ανακηρύξει την ΑΟΖ της, να είχε ξεκινήσει την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων της, να είχε εξασφαλίσει χαμηλό κόστος ενέργειας για τη βιομηχανία και τα νοικοκυριά.
Αντί γι’ αυτό, έγινε διαμετακομιστής.
Μια χώρα που απλώς περνάει ενέργεια, χωρίς να παράγει τίποτα δικό της.
Η νέα ενεργειακή συμφωνία, λοιπόν, δεν είναι κυβερνητική επιτυχία.
Είναι ο καθρέφτης της παρακμής ενός συστήματος που δεν έχει απολύτως κανένα κοινό σημείο επαφής πια ούτε με τη χώρα ούτε με τους πολίτες της.
Είναι ο καθρέφτης μιας πολιτικής τάξης που έχει μάθει να κυβερνά με το βλέμμα στραμμένο προς τη μικροκομματική της επιβίωση από τα έξω — όχι προς τα μέσα.
Το τέλος της Μεταπολίτευσης σημαίνει ότι η Ελλάδα έχει αποφασίσει επιτέλους να ανακτήσει τον έλεγχο της ενέργειάς της.
Να ανακτήσει τον έλεγχο, ώστε να απολαύσει τους καρπούς όχι μόνο του χαμηλού κόστους ενέργειας, αλλά και των εσόδων από την εγχώρια παραγωγή της.
Η ενέργεια δίνει έσοδα Σαουδικής Αραβίας: σήμερα ως τροχονόμος μόνο στη σημερινή «δικτατορία της μειοψηφίας», αύριο ως παραγωγός στη «δημοκρατία της πλειοψηφίας».
Για την προαποφασισμένη εδώ και χρόνια συμφωνία μεταφοράς φυσικού αερίου που υπεγράφη, δεν παρέστη ο Πρόεδρος Trump.
Τη στιγμή, με επόμενη, εκτός του τόξου της Μεταπολίτευσης, συμβατή με αυτόν κυβέρνηση, που θα υπάρξει συμφωνία αντίστοιχη της 4ης Φεβρουαρίου 1945 μεταξύ Roosevelt και Ibn Saud, θα είναι εδώ.
Η πραγματική ανεξαρτησία δεν χαρίζεται. Κερδίζεται.
* ΑΝΑΠΝΟΗ – Πολιτειακή Παράταξη
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εστία»



